Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα;», το τραγούδι για τον χωρισμό τους. στις 23 Φεβρουαρίου του 1957 «έφυγε» από τη ζωή μόλις 35 χρόνων χτυπημένη από τον καρκίνο, η ρεμπέτισσα που έζησε μια ζωή γεμάτη δυσκολίες, όπως τους πονεμένους ερωτικούς στίχους που ερμήνευσε Ο λόγος για τη σπουδαία φωνή του λαϊκού πάλκου, Μαρίκα Νίνου, η οποία αν και πρόλαβε να τραγουδήσει μόνο οκτώ χρόνια, έμεινε στην Ιστορία του ελληνικού πενταγράμμου με τις αξεπέραστες ερμηνείες της. Η Ευαγγελία Νικολαΐδου, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε το 1918 στον Καύκασο. Στα 10 της χρόνια ήρθε με την οικογένειά της στη Θεσσαλονίκη, ενώ το 1945 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ξεκίνησε να εμφανίζεται σε μαγαζιά κάνοντας ακροβατικά νούμερα. Η καλλιτεχνική της πορεία στο τραγούδι ξεκίνησε το 1948, όταν ο Στελλάκης Περπινιάδης την πήρε κοντά του για ερμηνεύρια στο κέντρο «Φλόριντα» της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, ενώ η συνεργασία της με τον Βασίλη Τσιτσάνη το 1949 στο κέντρο «Τζίμης ο Χοντρός» υπήρξε καθοριστική στη ζωή και των δύο. Η σπουδαία ρεμπέτισσα ηχογράφησε 174 τραγούδια σε δίσκους 78 στροφών, από τα οποία το ένα τρίτο ανήκει στον Τσιτσάνη, ενώ τα υπόλοιπα είναι είκοσι άλλων δημιουργών.
Η παρουσία της Μαρίκας Νίνου στο πάλκου έμεινε αξέχαστη και όλοι υποκλίθηκαν στην εκπληκτική φωνή της. Πολλοί καλλιτέχνες μίλησαν για την σπουδαία ρεμπέτισσα, λέγοντας: «Η παρουσία της Μαρίκας Νίνου σηματοδότησε μια νέα εποχή στην ερμηνεία του λαϊκού τραγουδιού και παράλληλα εδραίωσε μια καινούργια αντίληψη στη σκηνή των λαϊκών κέντρων της εποχής του '50», όπως γράφει για παράδειγμα ο ο Πάνος Γεραμάνης. Ενώ με τη σειρά του ο Πάνος Σαββόπουλος σε ένα αφιέρωμά του στη Μαρίκα Νίνου έγραψε: «Ήταν η τραγουδίστρια που άφησε βαθιά τα σημάδια της στο νεότερο ελληνικό λαϊκό τραγούδι και έως σήμερα θεωρείται αξεπέραστη. Έφτασαν μόνο οκτώ χρόνια “υπηρεσίας” της στα πάλκα και στη δισκογραφία για να αφήσει εποχή - κάτι που άλλοι δεν καταφέρνουν, παρά τα ραδιοτηλεοπτικά “δεκανίκια” που τους προσφέρουν, σε μια ζωή». Επιπρόσθετα ο σπουδαίος ο Μάνος Χατζιδάκις αφιέρωσε το 1974 στην αξέχαστη ρεμπέτισσα τα «Πέριξ», λέγοντας: «Όλη η εργασία αυτή αφιερώνεται στη μνήμη της ανεπανάληπτης Μαρίκας Νίνου, που δίχως να το ξέρει, με το μαχαίρι της φωνής της, χάραξε μέσα μας βαθιά τα ονόματα θεών της ταπεινοσύνης και της βυζαντινής παρακμής». Είχε το χαρακτηριστικό ότι τραγούδησε με ευκολία και εκφραστικότητα τραγούδια όχι μόνο του δικού της ρεπερτορίου, αλλά και Χατζιδάκι, αρχοντορεμπέτικα. Μια φωνή χωρίς όριο, που μπορούσε να πει τα πάντα. Μεγάλη προσωπικότητα, με μεγάλη ένταση μέσα της. Η Νίνου έχει φωνητικές δυνατότητες αξεπέραστες, ένα εργαλείο, ένα χάρισμα που δεν έχει καμία άλλη», υποστήριξε σε συνέντευξή του ο Γιώργος Κοντογιάννης. Ο γάμος, η εγκατάλειψη και το παιδί που απέκτησε. Η Νίνου ήταν μόλις 17 χρόνων όταν παντρεύτηκε τον κλειδαρά Χάικο Μεσροπιάν. Το 1940 γεννήθηκε ο γιος τους, ο Γιαννάκης (Οβανές), αλλά το ζευγάρι χώρισε το 1942 και το 1946 ο Μεσροπιάν έφυγε για την Αρμενία, όπου, χωρίς να έχει πάρει διαζύγιο, ξαναπαντρεύτηκε και απέκτησε άλλα πέντε παιδιά. Η Μαρίκα το 1944 γνώρισε τον ακροβάτη, μουσικό και ηθοποιό Νίνο (Νίκο) Νικολαΐδη, με τον οποίο έγινε καλλιτεχνικό ζευγάρι («Ντούο Νίνο») και έκαναν ακροβατικά σε νυχτερινά μαγαζιά της Αθήνας. Όταν μεγάλωσε ο γιος της, εμφανιζόντουσαν όλοι μαζί ως «Δυόμισι Νίνο». Η φωνή της ακούστηκε δημόσια για πρώτη φορά όταν ένας ναύαρχος ζήτησε να ακούσει ένα τούρκικο τραγούδι από τη Νίνου κι εκείνη τραγούδησε ένα που ήξερε από τη μάνα της. Στο κοινό έτυχε να βρίσκεται ο ηθοποιός Πέτρος Κυριακός, ο οποίος τη γνώρισε στον Μανώλη Χιώτη και έτσι γράφτηκαν το 1948 τα δύο πρώτα της τραγούδια: «Ώρες σε κρυφοκοιτάζω» και «Θα σου πω το μυστικό μου». Ένα πολύ σοβαρό συμβάν είχε λάβει χώρα μεταξύ της Σωτηρίας Μπέλλου και της Μαρίκας Νίνου, ένας σοβαρός καβγάς ανάμεσα σε δύο πολύ πετυχημένες και πολύ ταλαντούχες γυναίκες, οι οποίες δεν είχαν τίποτε να χωρίσουν, εκτός από μια θέση στο πλευρό του Βασίλη Τσιτσάνη.
Η Μπέλλου συνεργάστηκε πρώτη με τον Βασίλη Τσιτσάνη, σημειώνοντας τεράστια επιτυχία. Παρόλα αυτά, η συνεργασία τους διεκόπη όταν η Μπέλλου τσακώθηκε με πελάτες σε μία εμφάνισή τους, αφού εκείνη αρνήθηκε να ερμηνεύσει ένα τραγούδι που ζήτησαν. Ο τσακωμός με τον Τσιτσάνη ήταν ομηρικός και ο Τσιτσάνης συνεργάστηκε με τη Μαρίκα Νίνου. Η σχέση τους ήταν τόσο δεμένη, που λέγεται ότι η Μαρίκα μπορούσε να του επιβάλει με ποιες θα εμφανίζεται. Η Μαρίκα απαίτησε από τον Τσιτσάνη να μην εμφανίζεται με άλλες γυναίκες στο πάλκο, (όπως η Μπέλλου και η περίφημη τραγουδίστρια Σεβάς Χανούμ), κάτι που εξόργισε την Μπέλλου, η οποία είχε δηλώσει ότι θα την έσπαγε στο ξύλο εάν την έβρισκε μπροστά της. Κανείς, βέβαια, δεν πίστεψε ότι θα έκανε πράξη την απειλή της. Ενώ είχε περάσει αρκετός καιρός και οι δύο κυρίες δεν είχαν συναντηθεί, ένα ανώνυμο τηλεφώνημα στην Μπέλλου έμελλε να είναι η αφορμή για ότι επακολούθησε. Η άγνωστη φωνή ενημέρωσε την Μπέλλου ότι η Μαρίκα Νίνου βρισκόταν στο καφενείο του Μάριου και εκείνη, μη χάνοντας χρόνο, εισέβαλε στο μαγαζί και επιτέθηκε στη Νίνου. Όσοι βρίσκονταν εκεί, δεν πίστευαν στα μάτια τους. Η Μπέλλου χτύπησε τόσο πολύ τη Μαρίκα, που την έστειλε στο νοσοκομείο. Ο Βασίλης Τσιτσάνης ξεκίνησε να συνεργάζεται με τη Μαρίκα Νίνου λίγο μετά τη διακοπή της συνεργασίας του με τη Σωτηρία Μπέλλου. Το δίδυμο που δημιούργησαν ήταν αχτύπητο και αγαπήθηκε πολύ από τον κόσμο.
Η συνεργασία τους, εάν και είχε συχνές διακοπές λόγω των τσακωμών τους, υπήρξε θρυλική και στο μαγαζί του «Τζίμη του Χοντρού», η ουρά από κόσμο μπροστά στο μαγαζί έφτανε έως τον Άγιο Παντελεήμονα. Ο Τσιτσάνης έλεγε ότι την έφτιαξε στα μέτρα του. Ο Τσιτσάνης χρειαζόταν μια Νίνου και η Μαρίκα ένα Τσιτσάνη. Έτσι ήταν τα πράγματα και κάνανε αυτό το θρυλικό δίδυμο και κάθε βράδυ στου Τζίμη του Χοντρού, στο Φαληρικόν, γινόταν χαμός από κόσμο», λέει η Γιούλα Αταμιάν. Ενώ όπως αναφέρει ο Γιώργος Κοντογιάνης: «Προσαρμοζόταν πάντα στην εποχή ο Τσιτσάνης, ήταν εκσυγχρονιστής, αλλά είναι φανερό ότι με τη Νίνου, που ήταν η παρτενέρ της ζωής του, ασχολήθηκε περισσότερο και φαντάζομαι ότι σε αυτό έπαιξε ρόλο, πέρα από την προσωπικότητα της Νίνου, η ιδιαίτερη φωνή που είχε και τη διέκρινε αμέσως ο Τσιτσάνης. Είμαι βέβαιος ότι τα τραγούδια είναι γραμμένα πάνω στη φωνή της Νίνου και για τις δυνατότητές της φωνής της, για αυτό υπάρχει αυτό το καταπληκτικό αποτέλεσμα». Τσιτσάνης και Νίνου χαλάνε κόσμο. Η σχέση τους είναι εκρηκτική, με φοβερές εντάσεις. Η Μαρίκα είναι διεκδικητική, παθιασμένη, τραγουδούσε και το πρόσωπό της έπαιρνε μια έκφραση που έδινε και στο τραγούδι, μεταφέρει συγκίνηση. «Δεν δεχόταν τη μοίρα της, πάλευε, είχε πολύ έντονο χαρακτήρα, διεκδικούσε, το έκανε με ένταση και πάθος», λέει ο Γιώργος Κοντογιάννης. Το 1954 η Νίνου διεγνώσθη με καρκίνο στη μήτρα. Έτσι αποφάσισε να ταξιδέψει στην Αμερική με σκοπό να τραγουδήσει για να συντηρήσει την τετραμελή οικογένεια του αδελφού της (ο οποίος έπασχε από καρκίνο), και τον γιο της, μια και τα κέρδη στις ΗΠΑ από το τραγούδι ήταν πολύ υψηλά. Επίσης, για να δοκιμάσει τις καλύτερες μεθόδους θεραπείας που είχε ακούσει ότι υπήρχαν εκεί. Ο Βασίλης Τσιτσάνης αποφάσισε να μην την ακολουθήσει στις ΗΠΑ. Την άνοιξη του 1954, πριν από την αναχώρησή της για το εξωτερικό, μπαίνει στο στούντιο για να ηχογραφήσει το «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα», δίχως να γνωρίζει το τραγούδι που θα ερμήνευσε. Μόλις διάβασε τους στίχους ξέσπασε σε κλάματα, αφού κατάλαβε, ότι κάπου εδώ έφτανε το τέλος της σχέσης της με τον Τσιτσάνη, ένα τραγούδι που το έγραψε ο ίδιος για εκείνη.
Βγαίνει από το στούντιο συντετριμμένη και ύστερα ξαναμπαίνει και το ερμηνεύει μόνο μία φορά και στην ηχογράφηση είναι ολοφάνερα το παράπονο και οι λυγμοί της. Η Μαρίκα πριν φύγει για Αμερική τη πρώτη φορά, καθώς πίνανε ουζάκι με τον Τσιτσάνη στη Πλάκα, άνοιξε τη καρδιά της . Το μόνο που κατάφερε είναι να χωρίσουν. έτσι, φεύγει Αμερική και επιστρέφει λίγο μετά τη κηδεία του αδερφού της. δουλεύει λίγο στα γνωστά και αφού συνειδητοποιεί ότι δεν, ξανά φεύγει Αμερική. γύρισε μόνο για να πεθάνει. Δεν αγαπήθηκε όσο ήθελε, έφυγε κουρασμένη πονεμένη προδομένη, κανείς δε νοιάστηκε, ούτε τάφος δεν έμεινε. Τα προσωπικά της αντικείμενα κατασχέθηκαν όλα, και αν κάτι υπάρχει, τυχαία υπάρχει και κανείς δε γνωρίζει ότι είναι της Νίνου. Τώρα όμως είναι χαρούμενη, ήσυχη και ήρεμη. είναι μαζί της όλο το πάλκο τα αδέρφια της μα πάνω απο όλα ξαναβρέθηκε με τον μονάκριβο γιο της που τόσο πολύ αγάπησε. Η Μαρίκα Νίνου, η «βασίλισσα του λαϊκού τραγουδιού», όπως γράφει η αγγελία του θανάτου της, πέθανε στις 23 Φεβρουαρίου 1957. «Κανένας δεν χάρηκε τη Μαρίκα», γράφει η Βαγγελιώ Μαργαρώνη. Και όντως, ισχύει, πώς άλλωστε να μπορέσει κάποιος να «χορτάσει» αυτή τη συγκλονιστική φωνή.
Ακολουθήστε μας στο Facebook
Ακολουθήστε μας στο Facebook
O Έρωτας με τον Τσιτσάνη, ο Ξυλοδαρμός, και το Άσχημο Τέλος της! Μαρίκα Νίνου
alepou-gr
0

Δημοσίευση σχολίου